Συχνά κατηγορούνται οι ψυχαναλυτές για την αποξένωσή τους, για τη διαφορετικότητά τους. Αυτή η εχθρότητα απέναντί τους δεν περιορίζεται στην τεχνική τους ορολογία, αλλά ενοχλεί και η μέθοδος τους: παρά τις λίγες έννοιες με καθολική τάση, η ψυχανάλυση δεν είναι μια κοσμοθεωρία, ούτε μια ηθικολογία· και παρά τα θεραπευτικά της αποτελέσματα, που επέρχονται επιπλέον, όπως έλεγε ο Λακάν, η ψυχανάλυση δεν είναι μια ιατρική βασισμένη σε τεκμήρια, δεν επιδιώκει να αντικειμενοποιήσει αλλά μάλλον να υποκειμενοποιήσει. Το γεγονός ότι η πρακτική τους παραμένει αινιγματική προκαλεί αμηχανία.
Πώς καταφέρνουν λοιπόν, όταν βγαίνουν από τα γραφεία και τα ιδρύματά τους, να εξηγήσουν ή ακόμα και να υπερασπιστούν την πρακτική τους – κάτι που μερικές φορές είναι απαραίτητο;Πώς περνάνε από το να ακούνε στο να γίνονται ακουστοί; Πώς αναλαμβάνουν να μιλήσουν, ενώ η ρητορική της καθημερινής τους άσκησης τους περιορίζει σε μια μορφή διακριτικότητας προς όφελος του ασθενούς; Αν ο λόγος τους –ακόμη και υπό τη μορφή σιωπής– έχει κύρος στο πλαίσιο της μεταβίβασης, ποια αξία θα έχει στον κοινωνικό χώρο; Ας σημειώσουμε ότι αυτός ο κοινωνικός δεσμός οργανώνεται γενικά από την εξουσία, τις γνώσεις ή τη διεκδίκηση.
Ο Marcel Czermak, ένας από τους ιδρυτές μας, έλεγε μερικές φορές ότι οι αναλυτές θα έπρεπε να είναι πιο έξυπνοι και να βρουν τρόπους να κάνουν πιο γνωστή την επιστήμη τους. Είναι αλήθεια ότι στην εποχή του διαδικτύου, των οθονών και των κοινωνικών δικτύων, αυτή η πρόσκληση εξακολουθεί να θέτει το ερώτημα: πώς να αναγνωρίσουμε σε κάθε μία από αυτές τις δημόσιες μορφές το ίχνος μίας ψυχαναλύτριας ή ενός ψυχαναλυτή ; Ας ποντάρουμε ότι αυτό εξαρτάται από μια μόνο λέξη όσον αφορά τις συνέπειες των πράξεων τους: την ηθική.
Omar Guerrero